Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Βλάχικη γλώσσα

Λεξικό - Ομηρικές λέξεις βλάχικου λόγου - Δημ. Στεργίου

Λεξικό - Ομηρικές λέξεις βλάχικου λόγου - Δημ. Στεργίου
Από το βιβλίο του Δημήτρη Στεργίου «4.500 μυκηναϊκές, ομηρικές, βυζαντινές και νεοελληνικές λέξεις στο βλάχικο λόγο» (Εκδόσεις Παπαδήμα, τηλ. 210 3627318) δημοσιεύουμε τις κυριότερες μυκηναϊκές και ομηρικές.

Α

    • Α = α (επιφώνημα για την έκφραση θαυμασμού, λύπης, έκπληξης κλπ. Πρόκειται για το αρχαίο ελληνικό α (με ψιλή και περισπωμένη) και α (με ψιλή και οξεία)
    • Α = α (Επιτατικό. Μπαίνει στην αρχή της λέξης και επιτείνει ή τονίζει ακόμη περισσότερο την έννοιά της. Είναι συνήθης η χρήση στην ελληνοβλαχική του γράμματος αυτού, όπως και στα ομηρικά έπη).
    • Αβανιάα= αβανιά (από το α- βάνης). Ζημιά, ρετσινιά, συκοφαντία
    • Αγάλια ή αγάλεα ή αγάλε= σιγά (επίρρημα). Κατά τον Κοραή, η λέξη αυτή παράγεται από το «αγανός» = ήμερος, μαλακός, πράος
    • Άγανο = αγάνι, που τσιμπάει (ομηρική λέξη «άκανος» = «ακή». Βλέπε πιο κάτω και «άκο = βελόνι»)
    • Αγανόο= μαλακό (πανί). Ομηρική λέξη «αγανός». Ιλιάς Β, 180.



  • Αγάπε ή αγάπια = αγάπη. Ομηρική λέξη «αγάπια». Οδύσσεια 17 και ψ, 224
  • Αγγιά ή αγγειά= Αγγεία, αγγιά, οικοσκευή. Ομηρική λέξη «άγγος». Ιλιάς Β, 471 και Ουδύσσεια β, 286
  • Αγκαζέ = αγκαζέ, αγκαλιά. Ομηρική λέξη «αγκάζομαι»= σηκώνω στην αγκαλιά μου. Ιλιάς Ρ, 722
  • Αγκαλίτσα =αγκαλίτσα. Ομηρική λέξη «αγκαλιά». Ιλιάς Χ, 503 και Σ, 555
  • Αγκίδα ή αγκίθα= μυτερή σχίζα ξύλου. Από το «ακίς – ίδος»
  • Άγκουρο ή άγκρο = αγρός. Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «akoro»!
  • Αγνάνγκια ή αγνάντια = αγνάντια, απέναντι. Από το ομηρικό «εναντίος –α-ον» (Ζ, 247, Ι, 190, ζ, 320, η, 89)
  • Αγουνέσκω = καταδιώκω, διώχνω (από το ουσιαστικό «αγών»)
  • Αγουνίρα = εκδίωξη (βλέπε «αγουνέσκου» ή «αγών»)
  • Αγριάδα ή αγρωστιάα= αγριάδα (ομηρικό «άγρωστις), Οδύσσεια, ζ 90
  • Άγριο = άγριος. Οδύσσεια ι, 119 και Ιλιάς Ζ, 97
  • Αγρότο = αγρότης. Ομηρική λέξη «αγροιώτης». Οδύσσεια φ, 85 και π, 218
  • Αγώνα ή αγούνε ή αγόνεα= αγώνας. Ιλιάς Ψ, 617
  • Αδίε= αηδία (ομηρικό «άδος»). Ιλιάς, Λ 88
  • Αε = έλα. Ομηρική λέξη «άγε». Ιλιάς Β, 331
  • Αε ντε = Έλα, λοιπόν. Ομηρική λέξη «άγε δη». Οδύσσεια δ, 776
  • Άθλο = άθλος, κατόρθωμα. (ομηρικό «άεθλος»)
  • Άϊ ή άε (αρχαία ελληνική «άγε»)= πήγαινε, άντε
  • Αϊστο = άγνωστος.Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται όταν εμφανίζεται κάποιος άγνωστος και ακολουθεί η φράση «κάϊ εστί αϊστου = ποιός είναι αυτός (ο άγνωστος). Η λέξη απαντάται στην Οδύσσεια (α, 242) και παράγεται από το στερητικό α + ιδείν: «ώχετο άϊστος, άπυστος» = απήλθε αφανής). Αρχική λέξη «αFίστος».
  • Ακίδα= άκρο βελόνας (βλέπε «άκο»)
  • Ακήρα = βελονοθήκη (από τη λέξη «άκου» = «ακή» = βελόνα)
  • Ακικισέσκω ή ακακισέσκω = καταλαβαίνω (από την αρχαιοεληνική λέξη «απεικάζω»)
  • Άκο=βελόνα. Από την αρχαιοελληνική λέξη «ακή». Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «aketere!
  • Αλάπτω ή αλαπτέτζω = θηλάζω, δίνω γάλα. Παράγεται από τα ρήματα «αλαπάζω» – «λαπάζω» – «λάπτω» = εκκενώ. Από το ρήμα αυτό παράγεται και η λέξη «λάπτου» = γάλα. Βλέπε πιο κάτω και λέξεις «αλαπάρε» = βύζαμα, «αλαπάτου» = τρεφόμενος από γάλα.
  • Αλαπτάρια = βύζαμα
  • Αλαπτάτο = ο τρεφόμενος με μητρικό γάλα
  • Αλέγκω = διαλέγω, εκλέγω.Παράγεται από το ομηρικό ρήμα «αλλέγω»: «κλαίοντες δ΄ετάροιο ενηεός όστεα λευκά άλλεγον ες χρυσέην φιάλην και δίπλακα δημόν» (Ιλιάς Ψ, 252)
  • Αλέπτο = εκλεκτός (από το ομηρικό «αλλέγω», βλέπε πιο πάνω σχόλιο)
  • Αλέτρα ή αλέτρια= αλέτρι. (ομηρικό «άροτρον»). Ιλιάδα Ν 703.
  • Αλότο ή αώτο ή αώρτο = προζύμι. Η λέξη παράγεται από το ομηρικό «άωρτο» (υπερσυντέλικος του ομηρικού ρήματος «αείρω» = «αίρω» (ασfερjω) = υψώνω, φουσκώνω Όπως είναι γνωστό, το προζύμι υψώνεται = φουσκώνει! Βλέπε Οδύσσεια α, 141, β, 425, γ, 312 κ.λπ. ή Ιλιάς Ζ, 293, Τ, 380, Ω, 583 κ.λπ. Υπάρχει και άλλη ερμηνεία. Η ομηρική λέξη «άωτος» σημαίνει το σκεπασμένο με φλόκους (φλοκάτη). Το ίδιο έκαναν και οι Ελληνόβλαχοι. Πάντοτε το προζύμι το σκέπαζαν με φλοκάτη για να ζεσταθεί και να φουσκώσει! Βλέπε και λέξη «αώτο»
  • Αλχείνα ή λειχήνα= εξάνθημα σαν ψώρα. Από το αρχαίο ελληνικό «λειχήν – ήνος»
  • Αμάρα= πικρή (ομηρικό «άμαρη», «άμαρης», που κυριολεκτούν σε «βρώμικο νερό»). Ιλιάδα Φ 259.
  • Αμέλγκω ή μέλγκω = αρμέγω. Από το ρήμα «αμέλγω» (ινδοευρωπαϊκό =μέλγ)
  • Αμίντια ή μιντούα = ανάμνηση, μνήμη, μυαλό. Η λέξη έχει ομηρική ρίζα. Παράγεται από το ρήμα «μέδομαι» = σκέπτομαι: «ευ δε τις αρματος αμφίς ιδών πολέμοιο μεδέσθω» =τα αμάξια να θεωρήσετε με τούτο στο μυαλό σας» (Ιλιάς, Β, 384). Βλέπε ακόμη Ιλιάς Δ, 418 και Φ, 19
  • Αμόνα ή αμόνε= αμόνι (από το ομηρικό «άκμων»)
  • Αμούργκο ή μούργκο = μούργος, σκοτεινιά, σκοτάδι. Η λέξη προέρχεται από την ομηρική «αμολγός ή «αμόργη»: «ως οι εναργές όνειρον επέσσυτο νυκτός αμολγώ = γιατί τής ήρθε όνειρο φανερό στης νύχτας το σκοτάδι» (Οδύσσεια δ, 841)
  • Αμπήδηξε = αμπήδησε (ομηρικό «αμπήδησε», από το ρήμα (δωρικός τύπος) «αναπηδάω»). Ιλιάδα Λ. 379)
  • Ανάθεμα ή ανάθιμα=ανάθεμα, κατάρα (αρχαιοελληνική= ανάθημα)
  • Ανάμερα= ανάμερα. Από την πρόθεση «ανά» και την ομηρική λέξη «μέρος»=μέρος, τμήμα
  • Αναμισγέσκω =ανακατώνω (ομηρικό «αναμίσγω»). Οδύσσεια κ 235 και δ 41)
  • Ανάνγκια ή ανάγκια= ανάγκη (ομηρικό «αναγκαίη»). Ιλιάδα Υ 143.
  • Ανάντα ή ανάλτο = προς τα πάνω (ομηρικό «άναντα»). Ιλιάδα Ψ 116
  • Αναστεναχέσκω= βγάζω στεναγμό (ομηρικό «αναστεναχίζω»). Ιλιάς Σ, 315.
  • Αναστραφάω= αναστρέφω, στρέφω συχνά (ομηρικό «αναστροφάω). Οδύσσεια φ 394
  • Ανντισέσκω = συναντώ (από το ρήμα «αντάω –ώ»)
  • Αντάω = ήντησα. Ομηρικός αόριστος «ήντησα». Ιλιάς Ζ, 399
  • Αντιτίσκω= αντιτίθεμαι, εκδικώ (ομηρικό «άντιτα»). Οδύσσεια ρ 51)
  • Ανντραπάρο = υποστηρίζω (από τη λέξη «πάρος – πάλος – παλούκι»)
  • Ανταμουσέσκω = ανταμώνω, συναντώ. Από το ρήμα «αντάω» = πηγαίνω για απάντηση. Από το ρήμα αυτό προέρχεται και ο αόριστος «ήντησα»: «ήντησ’ ουδέ ίδον =ουτε τον συνάντησα, ούτε τον είδα» (Ιλιάς Δ,375)
  • Αντούνω ή ντούνω = συλλέγω. Η ρίζα είναι μυκηναϊκή! Στις πινακίδες υπάρχει η λέξη «meriduma» = συλλέκτης μελιού»! Βλέπε και λέξη «νιέρι» =μέλι
  • Αντουνάρια ή ντουνάρια = συλλογή
  • Αντουνάτο ή ντουνάτο = μαζεμένος
  • Απάνγκιο ή απάγκειο= απάγκιο, καταφύγιο. Από την πρόθεση «από» και την ομηρική λέξη «άγκος»= κοίλωμα, καμπή.
  • Απίκο ή «μπικ» = μέτωπο με μέτωπο (προμετωπίδα). Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «apuke»!
  • Αποθυμιάο = αποθυμιά (ομηρικό «αποθύμια»). Οδύσσεια Ξ 261.
  • Απουλιάνο = χτύπημα, χτυπώ. Εκπληκτικό! Η ρίζα της λέξης είναι ομηρική. Παράγεται από το ρήμα «απαλοιάω» = χτυπώ: «και οστέα λάας αναιδής άχρις απηλοίησε = και τα κόκκαλα τα κατατσάκισε» Ιλιάς Δ, 522)
  • Απουμονοσέσκω= απουμόνω, σκάζω, κλείνω το στόμα. Από την πρόθεση «από» και το ομηρικό ρήμα «μονόω»= μένω μόνος, αποτραβιέμαι από τη ζωή.
  • Απουφούγκω = αποφεύγω (από το από + φεύγω ή από το ομηρικό «φυγή» = φυγjα»)
  • Απύρωτο= απύρωτο (χωρίς πυρά, χωρίς φωτιά). Ιλιάς Ι, 122
  • Αρασέσκω = αρέσκω. Ομηρικό ρήμα «αρέσκω» ή «αρέσσω». Ιλιάς Τ, 183
  • Αράφτο ή αράπτο ή ράπτρο = ράφτης, ράπτης. Η ρίζα μπορεί να αναζητηθεί στη μυκηναϊκή λέξη «rapitirya» = ράφτης!
  • Αραχνιά = αραχνιά (ομηρικό «αράχνιον», «αράχνια»). Οδύσσεια ο 288 και π 35.
  • Αραχνισέσκω = αραχνιάζω
  • Αραχνισίτο = αραχνιασμένος
  • Αρέπιτο ή ρέπιτο ή ρίπα = κλίση, κατωφέρεια.Η λέξη έχει ομηρική ρίζα και παράγεται από το ρήμα «ρέπω» κλίνω. Απο την ίδια λέξη παράγεται και η «ρίπα» = πέτρα ή λόφος με κλίση. «ρέπε δ’ αίσιμον ήμαρ Αχαιών = έγειρε ή έκλινε δε η μοιραία ημέρα των Αχαιών» (Ιλιάς Θ, 72)
  • Αρεσέσκω ή αρισέσκω= αρέσω, ευχαριστώ κάποιο (ομηρικό «αρέσκω»). Οδύσσεια θ, 396 και θ 402
  • Αριπιντίνα = κατωφέρεια, κατήφορος, πλαγιά (βλέπε πιο πάνω σχόλιο για το «αρέπιτου» ή «ρέπιτου» ή «ρίπα»)
  • Αρμακέο= αρμακάς, σωρός από πέτρες. Από τη λέξη «έρμαξ – κος»
  • Αρμάθα ή αρμαθιάα= αρμαθιά. Ομηρική λέξη «αρθμός». Ιλιάς 524
  • Αρμύρα ή αλμύρα= αρμύρα (ομηρικό «άλμη», «άλμυρον»)
  • Αρναπόκια =αρναπόκι, μαλλί αρνού. Παράγεται από τις λέξεις αρνί = πόκος =κουρεμένο και ακατέργαστο προβατίσιο μαλλί.
  • Αρούκω = ρίχνω. Η ρίζα είναι ομηρική! Προέρχεται από το ρήμα «αράσσω = ρίχνω κάτω»: «απήραξεν δε χαμάζε αυτή συν πήληκι κάρη = και ρίχνοντας την χάμω με αυτό το κράνος της», Ιλιάς Ξ, 497. Βλέπε και Ιλιάς Π, 116
  • Άρτο = άγιος άρτος. Ομηρική λέξη «άρτος» (Οδύσσεια ρ, 343), η οποία καθιερώθηκε στα ελληνοβλαχικά να σημαίνει μόνο τον ευλογούμενο στην εκκλησία άρτο
  • Ασπάρισμα= φόβος. Από το ρήμα «ασπαίρω»
  • Αστριάχα ή στριάχα= η σκεπή καλύβας. Από την ομηρική λέξη «όστρακον» = καβούκι χελώνας, όστρακο, κεραμίδι
  • Ασχαλάω= αγανακτώ (ομηρικό «ασχαλάω»). Οδύσσεια Β 297
  • Άττα = προσφώνηση της θείας ή οποιαδήποτε γυναίκας (η ομηρική λέξη είναι, επίσης , «άττα» και σημαίνει προσφώνηση νεότερου προς μεγαλύτερο ή τροφέα). Ιλιάδα Ι 607, Π 561 και Οδύσσεια π 31.
  • Αύντω ή άβντω ή αύδω= ακούω. Παράγεται από την ομηρική λέξη «αυδή» = φωνή ανθρώπου: «Της εν μεν νόος εστί μετά φρεσίν, εν δε και αυδή και σθένος = μέσα του υπάρχει λογικό, υπάρχει και φωνή και δύναμη», Ιλιάς Σ, 419, και το ρήμα «αύδω» = ακούω, Ιλιάδα Ζ 54 και Οδύσσεθα ν 199.
  • Αύρα ή αύρια= αύρα (ομηρικό «αύρη»). Ιλιάδα Ε 499.
  • Αυράγκο = μέρος που καλλιεργείται (από τη λέξη «αύλαξ – κος»)
  • Άφαντο = άφαντος. Ομηρική λέξη «άφαντος». Ιλιάς Υ, 303
  • Αφένντο ή εφένντο= αφέντης ή προσωνυμία του πεθερού από τη νύφη (αρχαιοελληνική «αφθέντης»- «αυτός έντης»=φθάνω στο τέλος)
  • Αφούρο ή φούρο = κλέφτης (από το φωρ = ός, εξού και το εφωράθη)
  • Άφρα= (αρχαιοελληνική «άφρη»= παράγω αφρό
  • Άχινα ή άχνα = άχνη, αλλά και λεπτό άχυρο.Είναι ομηρική λέξη («άχνη»): «ως δ’ άνεμοσ άχνας φορέει ιεράς κατ’ αλωάς = κι όπως ο άερας πεέρνει τα άχυρα, όταν λικνίζουν οι χωρικοί στα ιερά αλώνια», Ιλιάς Ε, 499
  • Αψύς = αψύς (από τις ομηρικές λέξεις «αψά», «αίψα», «αίψ», «αιπύς»= ταχύς, οξύς
  • Αώτο= προζύμι.Η αρχαιοελληνική λέξη είναι «άωτον»= το αποκορύφωμα, το ύψωμα. Με το προζύμι «φουσκώνει» το ψωμί! Άλλωστε, ο άρτος που κόβεται για το αντίδωρο λέγεται και «ύψωμα»)!

Β

  • Βάϊα ή βάγια= Κυριακή των Βαίων. Από την αρχαιοελληνική λέξη «βάϊς» = κλαδιά δάφνης
  • Βάκα = αγελάδα (Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει ότι προέρχεται από το λατινικό «vacca», αλλά φαίνεται ότι η ρίζα της μπορεί να αναζητηθεί στη μυκηναϊκή γλώσσα. Πράγματι, στις πινακίδες υπάρχει για την αγελάδα η λέξη «wekata»).
  • Βάνα ή βίνα = αρτηρία, νεύρο (Στο Λεξικό του Νικολαϊδη σημειώνεται οτι η λέξη παράγεται από το λατινικό «vena». Φρονούμε όμως ότι η λέξη είναι ομηρική. Παράγεται από τη λέξη «ις» = (Fις) = ίνα, νεύρο, δύναμη: «ου γαρ έτσι σάρκας τε και οστέα ίνες έχουσιν =γιατί (όταν πεθάνουν οι άνθρωποι) τα νεύρα δεν συγκρατούν πια τις σάρκες και τα κόκκαλα», Οδύσσεια λ, 219)
  • Βία = βία, ζόρι (ομηρικό «βίη» = δύναμη). Ιλιάς Χ, 219.
  • Βιέντω ή βίντω = βλέπω (Παράγεται από το ομηρικό ρήμα «είδω» (Fιδ): «οι μιν ίδοντο πονεύμενον = όσοι τον είδα να κονταροχτυπιέται», Ιλιάς, Δ, 374 και σε πολλές άλλες ραψωδίες)
  • Βίνα = νεύρο (Παράγεται από την ομηρική λέξη «ις –ινός» (ρίζα =Fις). Ιλιάδα Ψ 191
  • Βιτσεάλα ή βιτσέλα ή βουτσίνα = βουτσέλι, ξύλινη υδρία (παράγεται από τη λέξη «βυτίνη»)
  • Βουκουλιό = βουκολιό, ακαταστασία. Ομηρική λέξη «βουκολίη» = αγέλη βοδιών.
  • Βουνιάα= βουνιά, κοπριά. Από την ομηρική λέξη «βους» και το ρήμα «νέμω»=βοσκώ.
  • Βουντάρο = βελανιδιά (Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του καθηγητή κ. Γιώργου Μπαμπινιώτη ετυμολογείται η λέξη «δρυς» ως εξής: δρυς < dru του ινδοευρωπαϊκού drew / der-w = ξύλο. Είναι προφανές ότι το δεύτερο συνθετικό «ντάρου» της λέξης αυτής έχει τη ρίζα της στην ομηρική λέξη «δρυς» και στη μυκηναϊκή «duru»! Από τις λέξεις αυτές παράγονται οι: δούρειος, δρυίδες, δρυμός κ.λπ)
  • Βουτίνα ή βουτσίνα = μικρό αγγείο (από τη λέξη «βυτίνη») Υπάρχει και η λέξη «πυτίνη» των Ταραντίνων, κατά τον Ησύχιο.
  • Βρονντία ή βρουντία= βροντή (Ιλιάς Ν, 796)
  • Βώλιο = σβώλος, βωλιός, κομμάτι χώματος. Ομηρικό «βώλος» (βλέπε «σβώλιου» και Οδύσσεια σ 374)

Γ

  • Γάστρα = μετάλλινος κινητός καμπύλος φούρνος. Παράγεται από την ομηρική λέξη «γάστρη» =το κοίλον του αγγείου). Οδύσσεια θ 437.
  • Γελιόο =γελιός (ομηρικό «γύαλος»). Ιλιάς Ε, 507
  • Γενεάϊο ή γενιάο = γενεά ή γενιά (ομηρικό «γενεή»). Ιλιάδα Φ 157
  • Γία = βία, σπουδή (από την ελληνική λέξη «βία» με τη μετατροπή, ως συνήθως, του «β» σε «γ»)
  • Γίνο = οίνος. Παράγεται από την ομηρική λέξη «οίνος» (Fοινος): «επί δ’ αίθοπα οινον λείβε =έχυνε πάνω άλικο κρασί», Ιλιάς Α, 462 και, φυσικά σε πάμπολλα άλλα σημεία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ο Νικολαϊδης επιμένει ότι παράγεται από το λατινικό «vinum»
  • Γίο = ζωντανός (από το ρήμα «βιόω – ώ» με τη, συνήθη, μετατροπή του β σε γ).
  • Κάγκανο = ξερά ξύλα( Η λέξη είναι ομηρική : «υπό δε ξύλα κάγκανα κείται = ενώ ξερά καινε από κάτω ξύλα», Ιλιάς Φ, 364)
  • Γκαργκαλάνο = λάρυγγας (από την ελληνική λέξη «γαργαρεών»)
  • Γονή = γονή, γόνος (Η λέξη είναι ομηρική: «παίδων εν μεγάροισι γονή γένετο κρειόντων =παιδιά μέσα στο ανάκτορο δεν τον αξίωσαν (οι θεοί) να γεννήσει (να κάνει)», Ιλιάς Ω, 539 καθώς και σε πολλούς στίχους της Οδύσσειας)
  • Γουμάρο = γαϊδούρι (από την ελληνικη λέξη «γόμος» = φορτίο)
  • Γούπατο= γούπατο. Από τις ομηρικές λέξεις «γη» και «πάτος» (Ζ, 202, Ι, 1190)
  • Γρασίδια= γρασίδι. Από την αρχαία ελληνική λέξη «γράστις –εως».

Δ

  • Δάλα = ξυνόγαλο (Από τη λέξη «τζάρου», η οποία προέρχεται από το ρήμα «διαρρέω» και τις λέξεις «διαρροή», «διάρροια». Βλέπε λέξη «τζάρου»)
  • Δάφνια ή δαφίνα ή νταφίνα = δάφνη. Η ρίζα της λέξης αναζητείται στα ομηρικά έπη και στην ετυμολογία της. Η ομηρική λέξη είναι «δανά ξύλα (δαFνος, δαFιω) = ευκολόκαυστος. Δηλαδή «δαδί» Λέγεται επίσης και «δαυχμός». «Αι δ΄ίσαν εκ μεγάροιο δάος μετά χερσίν έχουσαι = Και εκείνες βγήκαν από το ανάκτορο κρατώντας στα χέρια δαδιά αναμμένα», Ιλιάς Ω, 648 ή «πυρ τ’ ευ νηήσαι δια τε ξύλα δανά κεάσαι =και να σιάζω καλά τη φωτιά και να κόβω ξύλα για κάψιμο», Οδύσσεια ο, 322. Επίσης, υπάρχει και η ομηρική λέξη «δαφοινός» = κόκκινος (από τη φωτιά). Οδύσσεια ι 183.
  • Δεμάτια =δεμάτι καλαμιάς σταριού ή ξύλων. Από το ομηρικό ρήμα «δέμω» =κτίζω
  • Δικέλλα = Αυτό που σκαλίζει, δηλαδή η τσάπα, δύο φορές. Στην ομηρική γλώσσα υπάρχει η λέξη «μακέλλα», δηλαδή αυτό, η τσάπα, που σκαλίζει από μια φορά! «Μόνοθεν κέλλουσα». Ιλιάς Φ, 259.

Ε

  • Εα - έο ή ία - ίος = εκείνη – εκείνος, αυτός ο ίδιος ή αυτή η ίδια. Βλέπε και λέξη «ίος». Βλέπε και «οίος». Ομηρική λέξη. Η ρίζα της βρίσκεται στην αντωνυμία «ίος – ία»: ου γαρ πάντων ήεν ομός θρόος ουδ’ ία γήρυς =γιατί δεν ήταν σε όλους το ίδιο ξεφωνητό ούτε και μια λαλιά» Ιλιάς, Δ,437 και σε πολλές άλλες ραψωδίες των δύο ομηρικών επών
  • Εάω = αφήνω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «εάω –ώ» : «Αλλ’ η τοι τον όρκον μεν εάσομεν = Ας τον αφήσουμε όμως τώρα τον όρκο», Οδύσσεια, ξ, 171
  • Είσαι= προς τα μέσα (ομηρικό «είσω» = έσω). Ιλιάδα Π 364
  • Έσκω =μοιάζω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «είσκω»: «σε γαρ αυτήν παντί είσκεις = γιατί με το καθετί εξομοιώνεσαι ή μοιάζεις», Οδύσσεια ν, 313. Απαντάται σε φράσεις όπως αυτή: «μίνι έσκου κα τίνι = εγώ μοιάζω με σένα». Βλέπε και Ιλιάδα, Β 58 και Οδύσσεια ζ 152.
  • Έτα =χρόνος, αιώνας. Εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «έτα» και σημαίνει «χρόνος», «αιώνας»! Ιλιάς Λ, 691

Ζ

  • Ζαλίκι= φόρτωμα στην πλάτη. Από τη λέξη «ζαλιά»=φόρτωμα
  • Ζήα ή ζεία= Ζωή. Εκπληκτικό. Ομηρική λέξη «ζειά». Οδύσσεια δ, 41 και δ, 604. Διατηρεί την αρχαιοελληνική ρίζα «ζή-ω» ( το ζην!)
  • Ζύγα = ζυγός, ζυγαριά. Από την ομηρική λέξη «ζυγός»
  • Ζύγιρα ή ζύγρα= θάμνος που ευδοκιμεί κοντά σε ποτάμια. Από τη λέξη «δίυγρος-α-ον»=υγρός τόπος
  • Ζώνα = ζώνη (ομηρική λέξη «ζώνη»). Οδύσσεια α 231

Θ

  • Θήκα= θηκάρι. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα «τίθημι» και την αρχαιοελληνική λέξη «θήκη»
  • Θηλεάουα ή θηλιάα = θηλειά. Από την αρχαιοελληνική λέξη «θήλεια»
  • Θημωνιάα = θημωνιά. Ομηρική λέξη «θημών – ωνος». Οδύσσεια ε, 368
  • Θράκα = θράκα. Από την ομηρική λέξη «ανθρακιή»=σωρός από κάρβουνα αναμμένα
  • Θρύμμα ή τρίμμα= τρίμμα. Από την αρχαιοελληνική λέξη «θρύμμα»
Ι
  • Ιάντα = γίδα. Η λέξη είναι ομηρική: Παράγεται από τη λέξη «αιξ = αιγός» και η ρίζα της είναι «αιγίς» (αja)!
  • Ιάππα= θηλυκός ίππος, φοράδα
  • Ίγλλα ή γίνγκουλα ή γίνγγλα= ζώνη με την οποία δένεται σφιχτά το σαμάρι στο σώμα του αλόγου ή του γαϊδουριού, η ζώστρα. Από την αρχαία ελληνική λέξη «γιγγλυσμός»= στρόφιγγας, δέσιμο.
  • Ίος = αυτός, εκείνος. Βλέπε και «οίος». Εκπληκτικό! Η ίδια λέξη ακριβώς απαντάται στα ομηρικά έπη. Ιλιάς Ι, 319 και Δ 437.
  • Ισουσέσκω = αρραβωνιάζω (από το ρήμα «ισόω – ώ», αόριστος ίσωσα)

Κ

  • Κα = σαν . Δωρική λέξη «κε» ή «κεν». Ιλιάς Λ, 187
  • Κάβανο = κάβανος, πήλινο αγγείο (από τη λέξη «κάβος»)
  • Κάγκανα = ξερόχορτα, ξερά λιανόκλαδα (ομηρική λέξη «κάγκανα»). Ιλιάς Φ, 364
  • Κάϊρο = λαναρισμένο μαλλί. Παράγεται πιθανόν από την αρχαία ελληνική λέξη «καίρος», που σημαίνει «μίτος», «μιτάρι». Ο Ησύχιος σημειώνει «καίρον δε μίτον φασί». Τα τροχίλια του αργαλειού λέγονται «καϊρούσου», δηλαδή κοινώς «καρούλι»
  • Κακαράντζα= κακαράντζα, κοπριά προβάτου και γιδιού, που έχει στρογγυλό σχήμα. Από το ρήμα «κακκάω= κάνω κακά
  • Κάλο = ίππος, άλογο (από το ομηρικό «κέλης»)
  • Καλαμιάο ή κιλάμια= καλαμιά (ομηρικό «καλάμη»). Ιλιάς Τ, 222.
  • Κάμα = κάμα, ζέστη από ήλιο (ομηρική λέξη «καύμα»). Ιλιάς Ε, 865
  • Κάνα ή κένια = κύων, σκυλί. Η λέξη έχει τις ρίζες της στη μυκηναϊκή γλώσσα: «kyna» (πινακίδες)!
  • Κανίστρα ή κινίστρα = κανίστρα, κοφίνι. Ομηρική λέξη («κάνεον, κανίστρα») με ρίζες στη Γραμμική Β΄ («kanijara». «σίτον δε δμωαί παρενήνεον εν κανέοισιν =το ψωμί οι δούλες κουβαλούσαν άφθονα μέσα σε κάνιστρα», Οδύσσεια α, 147
  • Κανίσκο = κανίσκι (δώρο γαμήλιο). Παράγεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κάνεον» = κάνιστρον (βλέπε πιο πάνω), αφού τα δώρα τα έφερναν μέσα σε κάνιστρα
  • Κάντσιβα = καθόλου, τίποτε. Από την ελληνική λέξη «καν» (κανέν) και τη βλάχικη λέξη «βόϊου» = θέλω)
  • Καρκαλέτσο = ακρίδα. Ο Ησύχιος υποστηρίζει ότι παράγεται από το ρήμα «καρκαίρω» = τρίζω
  • Καρτσιλίο = κορυφή, άκρο κεφαλής, δέντρου, βουνού. Παράγεται από το αρχαίο ελληνικό «κρας» = (κρατός = κάρα, κεφαλή. «κρατός απ’ Ολύμπου» = από την κορυφή του Ολύμπου, Ιλιάς ν, 5 ή «επί κρατός λιμένος» = στο άνω μέρος του λιμανιού, Οδύσσεια, ι , 140
  • Καρχάλιο = καρχαλέος, ξερός, τραχύς. Η λέξη είναι ομηρική: «δίψη καρχαλέοι, κεκονιμένοι, εκ πεδίοιοι φεύγον = από τη δίψα σκληροί έφευγαν από την πεδιάδα», Ιλιάς Φ, 541
  • Κάτριγκο = ιστός πλοίου. Από την ελληνική λέξη «κάτεργον»
  • Κατσία ή κιτσία =φτιάρι (φθυάριον). Παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κυάθιον» = ποτηράκι
  • Κάφκια= καύχη (η λέξη απανατά στον Πίνδαρο!)
  • Κείνο = εκείνος (ομηρική λέξη «κείνος», αρχαιότατος τύπος «κεινός» (κενjός). Ιλιάς Γ 376 και Λ 160).
  • Κηρύκο= γκλίτσα. Πρόκειται ίσως για την πιο εντυπωσιακή αποκάλυψή μας. Είναι το «κηρύκειον» του Ερμή, δηλαδή η ράβδος του Ερμή, που είχε δύο φίδια πάνω, στην κορυφή. Υπάρχει όμως και άλλη αποκάλυψη! Η ρίζα της λέξης εντοπίζεται στη μυκηναϊκή γλώσσα: “Karuke” είναι η λέξη στις πινακίδες για τη ράβδο.
  • Κιλίβια= καλύβι. Από την ομηρική «καλύβη» και το ρήμα «καλύπτω»
  • Κίρκο = κύκλος. Η ρίζα αναζητείται και στη μυκηναϊκή γλώσσα. Στις πινακίδες υπάρχει η σχετική λέξη : «kikijo» για τον «κύκλο»
  • Κίσντα = γυναικείο αιδείο. Παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κοίσθος»
  • Κιτσιούμπο= κομμένο κομμάτι δέντρου. Από τη λέξη «κόσυμβος»
  • Κλαστούρι = κλαδέματα δέντρων. Παράγεται από το ρήμα «κλά-ω» (κλάσμα)
  • Κλέα = κλειδί (από την αρχαία ελληνική λέξη «κλαϊς» = «κλείς»)
  • Κόθουρο = ξύλινη στεφάνη από την οποία κρέμεται το κουδούνι των προβάτων στο λαιμό. Παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κοτύλη». Ο Απολλόδωρος αναφέρει «παν δε το κοίλον κοτύλην εκάλουν οι παλαιοί»
  • Κοπία = κοπάδι. Από τη βυζαντινή λέξη «κοπή» = ποίμνη
  • Κόρο ή χόρο = χορός. Παραδόξως ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι παράγεται από το λατινικό «chorus»
  • Κόρνο = κέρας, κέρατο. Ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται από το λατινικό «cornu»
  • Κορούτα = γίδα με κέρατα. Προφανώς παράγεται από την ομηρική λέξη «κόρυς – κόρυθος» = περικεφαλαία, κράνος, όπως ίσως και η λέξη «κόρνου» (βλέπε πιο πάνω»). Επίσης, είναι πιθανόν να παράγεται από την αρχαία ελληνική «κέρας»
  • Κορφίε= κορφή, η πέτσα του γάλατος ή τα λιπαρά του που σχηματίζονται επάνω μετά το βράσιμο. Από την ομηρική λέξη «κορυφή» = το ύψιστον, η κορυφή (Β, 456, Γ, 10, κ, 113).
  • Κοσσιάα= κοσσιά, κλαδευτήρι. Από το ρήμα «κόσσω»=κόβω
  • Κουλάκο = ψωμί, κουλούρι. Από τη λέξη «κόλλιξ» ή «κολλίκιον» = μικρός πασχαλινός άρτος
  • Κούπα = κούπα, ποτήρι. Ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται από το λατινικό «cupa» = σκύφος, αλλά οι ρίζες εντοπίζονται στη μυκηναϊκή γλώσσα: «kupera» (πινακίδες)
  • Κουράο = λωρίδα, λωρί. Από τη λέξη «χόριον» = βύρσα, λουρί
  • Κουτάρο = κοτέτσι ή «κοιτών» (χώρος) ενσταυλισμού αρνιών και κατσικιών. Από την ελληνική λέξη «κοίτη» και ίσως από τη λέξη «κυττάριον»=κοίλωμα
  • Κουτέτζω =τολμώ. Από το βυζαντινό «κόττος» = παιχνίδι
  • Κούτλα = μέδιμνος, μέτρο χωρητικότητας στερεών . Από την ελληνική λέξη «κοτύλη».
  • Κόφα = κόφα, ξύλινο δοχείο υγρών. Από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «κούφη» ή «κούφον»
  • Κοφίνα ή κουφίνα =κόφινος, κοφίνι. Οι ρίζες της λέξης εκτείνονται στη μυκηναϊκή εποχή: «kopina» (πινακίδες)
  • Κρειάς = κρέας. Ομηρική λέξη « κρέας», η οποία παράγεται από τη λέξη «κρέαα», όχι με συναίρεση, αλλά με συγκοπή. Ιλιάς Λ, 551

Λ

  • Λάγκιρο = κρασί. Κατά τον Ησύχιο προέρχεται από τη λέξη «λάκυρος» = οίνος στεμφυλίας
  • Λάνα ή λένα = μαλλί. Κακώς υποστηρίζεται ότι η λέξη αυτή παράγεται από το τη λατινική ή ρωμαϊκή «lana». Η λέξη αυτή, όπως και το λανάρι (βλέπε πιο κάτω), κατά τον Αδαμάντιο Κοραή, παράγεται από την ελληνική λέξη «λήνος»
  • Λανάρο = λανάρι. Από τη λέξη «λήνος»=μαλλί
  • Λάπα = λαπάς. Όχι, δεν είναι «λαϊκή» ελληνική λέξη. Είναι ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «Λαπάρης» = κενός από κόκαλα κάτω από τα πλευρά (λαγόνι)! Ιλιάς Γ, 359
  • Λάπτο = γάλα. Βλέπε και αλαπάζω, λάπτω
  • Λάτσο = βήμα, με το πόδι. Η λέξη είναι είναι ομηρική («λαξ»): «λαξ ποδί κινήσας = σκουντώντας με το πόδι», Ιλιάς Κ, 158 και Ο, 45. Από τη λέξη αυτή παράγεται και το ρήμα «λάκισε», που νομίζουμε ότι δημοτική λέξη!
  • Λαφρό= ευχάριστο. Δεν είναι δημοτική ή λαϊκή λέξη. Είναι ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «λαρόν» (λαFρον). Οδύσσεια β, 350
  • Λεάγκονο ή λίγκινα= λίκνον, κούνια
  • Λέτρα ή αλέτρα = αλέτρι ή αλέτρι. Από το ομηρικό ρήμα «αρόω»
  • Λητάρια ή λυτάρια =λητάρι, κομμάτι συνήθως στριμμένου σχοινιού κατάλληλο για γερό δέσιμο. Παράγεται από τη λέξη «ειλητός» από την οποία παράγεται το υποκοσριστικό «ειλητάριον» (=δεέμα, περιτύλιγμα). Είναι παράγωγο του ρήματος «ειλύω» (= «περιτυλίσσω») ή του ομηρικού «είλω» («περιτυλίσσω σφιχτά»). Είναι πιθανή και η προέλευση από το στερητικό «α» και τη λέξη «λυτήρ –ος» (= «ο λύων»), από την οποία παράγεται και η λέξη «λυτήριος –α – ον).
  • Λιάω = παίρνω. Ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται απο το λατινικό «levo», αλλά το ρήμα είναι καθαρά ομηρικό. Δηλαδή «ΛάFω = λάω = κρατώ, παίρνω. Από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη «λεία»: «εν προτέροισι πόδεσι κύων είχε ποικίλον ελλόν ασπαίροντα λάων = κάποιο συκλί κρατούσε στα μπροστινά του πόδια ένα ελαφάκι». Οδύσσεια τ, 228
  • Λιμόσο = πεινασμένος, αχόρταγος. Η λέξη είναι ομηρική: «δίψα τε και λιμός = δίψα και πείνα», Ιλιάς Τ, 166)
  • Λιούσι = λάφυρο. Η λέξη είναι ομηρική (ληίς – ίδος): «ότε κεν δατεώμεθα ληίδ’ Αχαιοί =όταν εμείς οι Αχαιοί μοιραστούμε τα λάφυρα», Ιλιάς Ι, 138
  • Λίπα = ξίγκι. Εκπληκτικό! Η λέξη είναι ομηρική και παράγεται από το «αλείφω». Το ινδοευρωπαϊκό είναι «λείπ» = αλείφω με ξίγκι. «Αυτάρ επειδή πάντα λοέσσατο και λίπ’ άλειψεν = και όταν όλα τα ξέπλυνε και αλείφτηκε με λάδι (ξίγκι)», Οδύσσεια ζ, 224
  • Λοάρα = πάρσιμο (βλέπε λιάου)
  • Λοάτο = παρμένος (βλέπε λιάου)
  • Λουγουρία =υπολογισμός. Από τις λέξεις «λόγος» – λογάριον – λογαριάζω
  • Λούτσα= λούτσα. Κατά τον Αδαμάντιο Κοραή από το ρήμα «λουτιάω –ώ»=επιθυμώ να λουσθώ
  • Λούφε = λουφάζω. Κι όμως, η λέξη είναι ομηρική! Παράγεται από το ρήμα «λουφάω». Οδύσσεια φ, 292
  • Λυκουρίτσα= πυγολαμπίδα, κωλοφωτιά. Είναι προφανές ότι το πρώτο συνθετικό της λέξη είναι ομηρικό «λύκος» = φως, ενώ το δεύτερο είναι υποκοριστικό. Μικρό φως, όπως είναι, πράγματι, η κωλοφωτιά!

Μ

  • Μ = αντωνυμία προσωπική. Συγκεκομμένη αρχαία δοτική «μοι»
  • Μα= μα (για όρκο). Ομηρική λέξη. Ιλιάς Α, 86 και Ψ, 43
  • Μάα ή μάϊα ή μάϊα = μαία, γριά. Εκπληκτικό! Έτσι αποκαλούσε ο Τηλέμαχος τη γιαγιά του Ευρύκλεια: «Μαί’ άγε δη μοι έρυξον ενί μεγάροισι γυναίκας =΄Ελα, γιαγιά, κράτησε τις γυναίκες μέσα στα ανάκτορα», Οδύσσεια Τ, 16
  • Μάϊα – γκάϊα = μυθολογκό ον, δημιούργημα της φαντασίας, που παραμονεύει και αρπάζει τη νύχτα μικρά παιδιά που περιφέρονται μόνα τους. Βλέπε «μάε» ή μάϊε»:
  • Μάκο = όπιο. Απο την αρχαία ελληνική λέξη «μήκων»
  • Μαλλιότα= μάλλινο πανωφόρι με μανίκια. Από την αρχαία ελληνική λέξη «μάλλος» =μαλλί προβάτου. Από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη «μαλλωτός»= μαλλιαρός
  • Μανάρο = μανάρι. Υποκοριστικό της λέξης «αμνάριον»
  • Μάρτσο = Μάρτιος.Την πρώτη ημέρα του Μαρτίου κρεμούσαν από το λαιμό του παιδιού ή έδεναν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού όλοι τους με μια χρωματισμένη κλωστή για να προφυλάσσονται από τον ήλιο ή απο χτύπημα. Αυτό λεγόταν μάρτσου. Τότε μάλιστα έλεγαν και το σχετικό τραγούδι: «Μάρτσα – κάρτσα, τα κατσίσκια τά ‘ βγαλα και τη ρόκα έγνεσα…» Την κλωστή αυτή την πετούσαν στη συνέχεια, μόλις τελείωνε ο μήνας, σε αγριαπιδιά (αγριαγκορτσιά)
  • Μάτσο = έντερο. Από την ομηρική λέξη «ματτύα» = «ματτύη» = έντερο
  • Μεσαρκά= τα εντόσθια. Από την ομηρική λέξη «μέσος» και «σάρξ –κός»
  • Μέσο= μήνας. Εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «μεις». Ιλιάς Τα, 117
  • Μιντούα ή μεντούα = μυαλό, νους. Ο Νικολαίδης γράφει ότι παράγεται από το λαντινικό «mens – mentem», αλλά η ρίζα και τα παράγωγά τους (βλέπε πιο κάτω) είναι ομηρική. Προέρχεται από το ομηρικό «μέδομαι» = σκέπτομαι. (βλέπε «μίντια» ή «μιντούα» ή «μεντούα» ή «αμίντε»)
  • Μιντουέσκω = θυμάμαι, διαλογίζομαι (βλέπε «μίντε» και «μιντούα»)
  • Μινουρίρα =σκέψη (βλέπε όλα πιο πάνω)
  • Μιντούλιο = μυελός, μεδούλι (βλέπε όλα πιο πάνω)
  • Μιντουόσο = μυαλωμένος, συνετός (βλέπε όλα πιο πάνω)
  • Μισάλια = τραπεζομάντηλο (από τη βυζαντινή λέξη «μενσάλιον» ή «μισάλιον» ή «μινσάλιον»)
  • Μόρο = θάνατος. Ομηρική λέξη: «ότε μιν μόρος αινός ικάνοι = άμποτε να μπορούσα από τον απαίσιο θάνατο να τον κρατήσω μακριά», Ιλιάς, Σ, 465, Χ, 280 και Ω, 85
  • Μουνούχι= αυτός που έχει ένα όρχι. Από το ομηρικό ρήμα «μονόω –ώ»= κάω κάτι να είναι μόνο του και τη λέξη «’ορχις», με απόλειψη του «ρ» ή το ρήμα «έχω».
  • Μούρκο ή αμούργκο = μούργος, σκοτεινός. Από την ομηρική λέξη «αμολγός» ή «αμόλγη» (Βλέπε «αμούργου» ή «μούργκου»)
  • Μουρμίνια ή μερομήνια= ημερομήνια του δωδεκαήμερου του Αυγούστου. Σύμφωνα με τη λαογραφία, οι βοσκοί πρόβλεπαν τον καιρό για όλο το χρόνο με βάση τη «συμπεριφορά» του καιρού ανά ημέρα έως τις 12 Αυγούστου.
  • Μουρτζίτα = σκοτάδι, νύχτωμα (βλέπε «μούργου» ή «αμούργκου»)
  • Μουρτζεάστα ή μουρτζέστια = νυχτώνει (βλέπε «μούργου» ή «αμούργκου»)
  • Μουρτζίτα = σκοτάδι (το ίδιο)
  • Μπάγκω = βάζω (αρχικό θέμα βαγκjω=βάζω)
  • Μπάλιο = παρδαλός. Ζώο που έχει μαύρο κεφάλι και στο μέτωπό του έχει ένα μέρος του με άσπρο χρώμα. Εκπληκτικό! Από την αρχαία ελληνική λέξη «βαλιός: «πώλοι βαλιός και τριχί βαλιοί» (Ευριπίδου, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, 222). Έτσι λεγόταν ή ήταν και ένα από τα άλογα του Αχιλλέα, δηλαδή «Βαλιός»! Ιλιάς Π, 149 (βαλjός)
  • Μπλάνα= κομμάτι από οργωμένο χωράφι. Από το ρήμα «πλάσσω» = πλάθω, δίνω σχήμα σε κάτι.
  • Μπλάρι= μουλάρι, ημίονος. Παράγεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «ημίονος» και «πώλος» =πουλάρι
  • Μπόο = βόδι. Εκπληκτικό! Από το αρχαιοελληνικό ασυναίρετο ουσιαστικό «βο-ος=βους»! Παραδόξως όμως και στην περίπτωση αυτή ο Νικολαϊδης ισχυρίζεται ότι προέρχεται από το λατινικό «bos – bovis», ενώ η λέξη είναι καθαρά αρχαιοελληνική και μάλιστα στην ασυναίρετη μορφή της! Δηλαδή, είναι βόος =ους! Ινδοευρωπαϊκό = βώϋς.
  • Μπούκλα = ξύλινο δοχείο νερού ή κρασιού. Από την ελληνική λέξη «μπούκλα», από την οποία παράγεται και το «μπουκάλι»
  • Μπούτο = δοχείο.Από την αρχαία ελληνική λέξη «βύτις» ή «βύττις», από την οποία στη συνέχεια προήλθε το βουτσί. Συγγενείς είναι και οι λέξεις «βουτίνα» ή «βουτσίνα» ή «μπότσα».
  • Μυστρία = μυστρί. Από την ελληνική λέξη «μύστρον»
  • Μφρικουσάτο = φρικώδης (Άδης)

Ν

  • Ν = (ε)ν = σε
  • Νι = μοι (μετατροπή του μ σε ν = σε μένα, μου (προσωπική αντωνυμία, πτώση δοτική)
  • Ναθεάμα ή ναχιάμα = λίγο (από το λατινικό una + θέαμα= ένα + βλέμμα)
  • Ναοάρα = ποτέ, μια φορά (από το λατινικό una + ώρα)
  • Ναπέρτικα ή νεπέρτικα = φίδι (ερπετό)
  • Νάρι= μύτη (από αναστροφή της λέξης «ρίνα»
  • Νεάτα = νιάτα. Ομηρική λέξη. «Νεάτη», «νείατος». Ιλιάς Β 289
  • Νέκο =πνίγω
  • Νέκο = πνιγμός. Παραδόξως, ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται από το λατινικό neco, ενώ η λέξη είναι καθαρά ομηρική: «νέκυς – νέκυος = νεκρός, πεθαμένος: «¨Εκτορος αμφί νέκυι και αχιλλήι πτολιπόρθω = για το νεκρό του Έκτορα και τον πορθητή Αχιλλέα», Ιλιάς Ω,108
  • Νέο= νέος. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια τ, 433 και θ, 202, Ιλιάς Ι, 36
  • Νήλα= συμφορά, ταλαιπωρία. Από την ομηρική λέξη «νηλής –ές» (Ι, 632, Λ, 484, Π, 233) =ανηλεής, σκληρός
  • Νι = μοι = σε μένα (προσωπική αντωνυμία, πτώση δοτική, όπως παραπάνω με τη μετατροπή του μ σε ν, ως συνήθως)
  • Νιάρα ή νιέρια = μέλι. Η ρίζα εντοπίζεται στη μυκηναϊκή γλώσσα στη λέξη «meriduma» = συλλέκτης μελιού (με τη μετατροπή, ως συνήθως, του μ σε ν)
  • Νιέλο ή νιέο = αρνί. Ο Νικολαίδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό agnellus, ενώ η ρίζα του είναι καθαρά μυκηναϊκή! Σε πινακίδα υπάρχει για το αρνί η λέξη «newo» = νέος.
  • Νικάρια ή νεκάρια = πνίξιμο (βλέπε «νέκου»)
  • Νικάτο ή νεκάτο = πνιγμένος (βλέπε «νέκου»)
  • Νίτσα = μαλλί (βλέπε «νιέου»)
  • Νόο ή νέο = νέος. Ο Νικολάϊδης επισημαίνει ότι προέρχεται από το λατινικό novus, ενώ η λέξη είναι μυκηναϊκή! Βλέπε πιο πάνω το μυκηναϊκό «newo»
  • Νόημα = νόημα. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια ζ, 183 και υ, 82
  • Νοίρα = μοίρα (μετατροπή του μ σε ν)
  • Νοτία= νοτιά, υγρασία. Ομηρική λέξη «νοτίη». Ιλιάς Θ, 307
  • Νταφίνα = δάφνη (βλέπε «δανός»)
  • Ντιμπλάντα ή ντιπάντα = κάτω, χάμω (με τη σύνθεση της ελληνικής λέξη «πέδον»)
  • Ντιπινάρα = περιτύλιξη (από το «πηνίζω»)
  • Ντπινάτο = περιτυλιγμένος (από το «πηνίζω»)
  • Ντισάγκα = δισάκι.. Πρόκειται για καθαρά ελληνική λέξη, αλλά ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό bis –saccus!
  • Ντοάγκα = σανίδα βαρελιών (από την ελληνική λέξη «δόγα»)
  • Ντράκο = δράκος, δράκων, διάβολος. Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό draco, αλλά η αρχαία ελληνική προηγήθηκε της λατινικής!
  • Ντρίνι =ξωτικά, νύμφες. Παράγεται από την ομηρική λέξη «δρυμά» = «δρύμες» (δrinji): “Κίρκης εν μεγάροισι δια δρυμά πυκνά και ύλην = στης Κίρκης τα ανάκτορα περνώντας μέσα από τα δέντρα τα πυκνά του λόγγου”, Οδύσσεια κ, 150
  • Ντριστεάλα ή ντριστέλα = εκεί όπου χτυπούν τα μάλλινα υφάσματα με νερό = υδρίστρα
  • Νώ(ι) = εμείς οι δύο (δυϊκός). Η λέξη είναι ομηρική: «πριν γ’ επί νω τώδ’ ανδρί σύν ίπποισι =προτού εμείς οι δύο επιτεθούμε με το άρμα και τα άλογά μας», Ιλιάς, Ε, 219 και Οδύσσεια 0, 475.

Ξ

  • Ξαίνω = ξαίνω. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια χ, 423
  • Ξένο ή ξείνο =ξένος. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη «ξείνο» (ξενFος)
  • Ξεινοσύνα= φιλοξενία. Ομηρική λέξη «ξεινοσύνη». Ιλιάς Φ 35
  • Ξυθάλια = μασιά για τα κάρβουνα. Από τις ομηρικές λέξεις «ξέω» =ξύνω και «αιθάλη» =στάχτη, καπνιά
Ο
  • Οου ή ώου = ωόν, αυγό. Κι άλλη παράδοξη ερμηνεία. Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό ovum, ενώ η λέξη είναι καθαρά αρχαιοελληνική = όου ή ώου = ωόν!
  • Οάρα ή όρα = ‘Ωρα. Εκπληκτικό! Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει, παραδόξως, ότι προέρχεται από το λατινικό hora, αλλά πιθανολογεί ότι προέρχεται και από το ελληνικό «ώρα»! Ακριβώς, η αρχική λέξη ήταν «Fοσάρα» και στη συνέχεια έγινε έκθλιψη του «σ» μεταξύ δύο φωνηέντων και έγινε «Fοαρα», «οάρα», «ώρα». Η ελληνοβλαχική λέξη κρατάει τον αρχικό τύπο!
  • Οάσπετο = ξένος. Εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «άσπετος»!. Ιλιάδα Ρ 332
  • Οϊα = πρόβατο. Η γλωσσολογική ερμηνεία από τον Νικολαϊδη, αλλά και πολλούς άλλους γλωσσολόγους και φιλολόγους είναι παράξενη. Ο Νικολαϊδης και άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το λατινικό ovis – is, ενώ η λέξη είναι καθαρά … ομηρική. «οϊς = (οFις) = «όϊος» = «όϊα»: «αρνειόν κατέδησεν όϊν θήλυν τε μέλαιναν =έδεσε ένα πρόβατο αρσενικό κι ένα θηλυκό», Οδύσσεια κ, 572. «Αρσενες όϊες ήσαν εϋτρεφέες= υπήρχαν αρσενικά πρόβατα (κριάρια) καλοθρεμμένα», Οδύσσεια ι, 425 κ.λπ
  • Οίο= αυτός. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια ι, 348 και σε πάμπολλους άλλους στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας
  • Όκιο ή όκλιο=μάτια. Ομηρική λέξη (οκje) = όσσομαι. Οδύσσεια κ, 374
  • Ορτντω ή όρτζω = ορίζω. Από τη λέξη αυτή προέρχονται οι λέξεις όρτζο, που σημαίνει καθορισμός, τάξη, διάταξη ( και διαδικασία διευθέτησης νημάτων πριν πάνε στον αργαλειό!)
  • Ουάτο ή ωοάτο = ωοτόκος
  • Οϊζύα= δυστυχία. Ομηρική λέξη «οϊζύς»! Ιλιάς Ζ, 285
  • Ούλα= όλος. Όχι δεν είναι «λαϊκή» ελληνική λέξη. Είναι ομηρική «ούλος» (σολFος)! Οδύσσεια ρ, 343
  • Ουμπόρο ή αμπόρο = αυλή (από τη λέξη πόρος = διάβαση)
  • Ουνίδα =κάμπτη (από την αρχαιοελληνική λέξη «μίδας». Ο Ησύχιος αναφέρει : «θηρίδιόν τι διεσθίον τους κυάμους»
  • Ούρμα = ίχνος (από την ελληνική λέξη «ορμή»)
  • Ουρσέσκω = ορίζω (βλέπε και όρντω ή όρτζω)
  • Ουρσίρα = ορισμός
  • Ουρσίτο = ορισμένος
  • Ουρσίτα = προκαθορισμένο, πεπρωμένο
  • Ουρτζέσκω = τακτοποιώ το στημόνι για τον αργαλείο ( βλέπε ουρσέσκω)
  • Ουρτζίρα = τακτοποίηση στημονιού (βλέπε ουρτζέσκου)
  • Ουρτζίτο = υφάδι για την παρασκευή υφαντού στον αργαλειό (βλέπε ουρτζέσκου)
  • Ουσάκο ή ουσούκο = ο λιπαρός ρύπος των προβάτινων μαλλιών. Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «οισύπη» ή «οίσπη». Βλέπε «Λυσιστράτη» ( στίχος 574) του Αριστοφάνη. Επίσης, ο Σουϊδας αναφέρει: «οισπάτη = ρύπος των ερίων, εκ του όϊς» = πρόβατον.
  • Ουτζάρα = μαστός των ζώνων, βυζί. Ο Νικολαϊδης υπογραμμίζει ότι «είναι καταφανής η παραγωγή εκ του αρχαιοελληνικού «ούθαρ» = μαστός
  • Οχτικα ή χτικιάα = φυματίωση, χτικιό. Παράγεται απο τη λέξη «εκτικός» = ο πάσχων από στηθικό νόσημα. «Ηθικά» Πλουτάρχου, σελ. 202
  • Οχτικόσο = χτικιάρης

Π

  • Παγούρο ή πιγούρο = παγούρι. Από την ομηρική λέξη «πάγουρος» = κάβουρας. Το παγούρι έχει σχήμα κάβουρα.
  • Πάϊα ή πάγια = προίκα από μάλλινο ρουχισμό. Η αποκάλυψη είναι εκπληκτική. Η λέξη έχει προφανώς τη ρίζα της στη μυκηναϊκή γλώσσα! Ακριβώς για το μάλλινο ρουχισμό σε κομμάτια υπάρχει στις πινακίδες η λέξη «pawea»!
  • Πάντε = πεζή (από την ελληνική λέξη «πέδος»)
  • Πάντζα ή πέντζα = ύφασμα (η ρίζα αναζητείται στην ελληνική λέξη «πυνίον» ή «πήνος»)
  • Παραλιάω = παραλαμβάνω (βλέπε «λιάω»)
  • Παρμένο = τρελός. Από το ρήμα «παίρνω» (το μυαλό). Οι αρχαίοι έλεγαν «ο δαίμων εξαφαιρείται νουν τον εσθλόν»)
  • Πάστιω = βοσκώ (επιβλέπω τη βοσκή). Εκπληκτικό! Η λέξη είναι μυκηναϊκή! «pasta». Από τη λέξη αυτή παράγεται και η «παπταίνω» = «βλέπω», «επιτηρώ» (Ησύχιος)
  • Πάστρα = πάστρα, καθαριότητα. Από την ομηρική λέξη «σπάρτος» =θάμνος σπάρτος από το οποίο κατασκευάζεται η σκούπα.
  • Πατούλι ή πετούλιου = περιφραγμένος χώρος για αιγοπρόβατα, χώρος. Από την ελληνική λέξη «πάτρα» = «πατρίδα» = χώρα γέννησης
  • Πατούνα = πατούσα, φτέρνα (από την ελληνική λέξη «πάτος» ή «πατώ»)
  • Πάφλα ή πάφιλο = τενεκές. Από το ρήμα «παφλάω» =κάνω κρότο. Ο τενεκές, όπως είναι γνωστό, παράγει κρότο με την κάθε μετακίνησή του ή με κάθε χτύπημα.
  • Πάχνα= πάχνη από ψύχος. Η λέξη είναι ομηρική «πάχνη». Οδύσσεια ξ, 476
  • Πελεκάω = πελεκάω (κόβω με τον πέλεκυ, το τσεκούρι. Ομηρική λέξη «πελεκάω». Ιλιάς Σ, 244.
  • Πένα= ψωμί. Από την ομηρική λέξη «πένομαι»= παρασκευάζω, ετοιμάζω για δείπνο (σίγουρα ψωμί!). Οδύσσεια ξ, 251
  • Περάτο= περάτης. Ομηρική λέξη «περάτης» (αυτός που περνάει με τη βάρκα στο πέρας της διαδρομής). Ιλιάς Ε, 646
  • Περόνα= καρφί. Ομηρική λέξη «περόνη». Ιλιάς Ε, 245
  • Περούνα = πιρούνι (από τη λέξη «περόνη»)
  • Πηγήα= πηγή. Ομηρική λέξη «πηγή». Ιλιάς Φ, 312
  • Πιανάργα = σιγά (από τις ελληνικές λέξεις «πιο» ή «πλέον» + «αργά»)
  • Πιζιλίνα =δέρμα λεπτό, μεμβράνη (βλέπε «πεάτζα» ή «πεάτσα» = πετσί)
  • Πιρπόδα = περιπόδιο, κάλτσα. Η λέξη είναι σύνθετη από την πρόθεση «περί» + «πους». Μάλιστα το δεύτερο συνθετικό απαντάται και σε μυκηναϊκές πινακίδες! «pode»!
  • Πιστεάουα = λωρί που περνάει κάτω από την ουρά του αλόγου (από την ελληνική λέξη «όπισθεν»)
  • Πληγήα= πληγή. Ομηρική λέξη «πληγή». Ιλιάς Ο, 17
  • Ποάχα ή πόχα = απόχη (από την αρχαία ελληνική λέξη «υποχή» = στρογγυλό αλιευτικό δίχτυ)
  • Ποδαρίτσα = υποπόδιο, ποδαρικό του ιστού του αργαλειού (από την ελληνική λέξη «πους» = «πόδι»
  • Πόθο= πόθος. Ομηρική λέξη «πόθος». Ιλιάς Ρ, 439
  • Πόκο= μαλλί προβάτων. Ομηρική λέξη «πόκος». Ιλιάς Μ, 451
  • Πολεμιστήο= πολεμιστής. Ομηρική λέξη «πολεμιστής», μαχητής. Ιλιάς Κ, 549
  • Πόλεμο= πόλεμος. Ομηρική λέξη «πόλεμος». Ιλιάς Α, 492 και παντού σχεδόν
  • Πορία= χάρισμα, προσφορά (έθιμο γάμου με προσφορές χρημάτων). Ομηρική λέξη. Βλέπε «πουρία».
  • Πόρος = πόρος (ποταμού). Ομηρική λέξη «πόρος».
  • Πόρπα= πόρπη. Ομηρική λέξη «πόρπη». Ιλιάς Σ, 401
  • Πουράβα = προσωρινή νομαδική σκηνή (από το ρήμα «περάω»)
  • Πουρεάο ή ποριάο = πόρος (διάβαση ποταμού)
  • Πουρία ή απουρίε = Προσφορά χρημάτων στο γαμπρό μετά το γαμήλιο φαγητό (βλάχικο γαμήλιο έθιμο. Η λέξη είναι μυκηναϊκή (aporewe) και σαφώς ομηρική! Έχει τη σημασία της προσφοράς. Παράγεται από τις ομηρικές λέξεις «πόρε» = «πόρη» = χαρίζω, ετοιμασία, παρασκευή: «την δε πόρε Φοίβος Απόλλων = την οποία χάρισε (πρόσφερε) ο Φοίβος Απόλλων», Ιλιάς Α, 72, «τα οί ποτε πατρί φίλα φρονέων πόρε Χείρων = που κάποτε πρόσφερε στον πατέρα του ο Χείρων», Ιλιάς Δ, 219
  • Πρασιάα= πρασιά. Ομηρική λέξη «πρασίη». Οδύσσεια ω, 247
  • Πριπόδα ή περπόδα = περιπόδιο, κάλτσα. Βλέπε «περιπόδα»
  • Πρόγονο= πρόγονος. Ομηρική λέξη «πρόγονος».
  • Προίκα ή προιτσία = πρυξ, προιξ, προίκα
  • Πρώτο = πρώτος. Ομηρική λέξη «πρώτος». Ιλιάς Π, 371
  • Πύρα = πυρά, φωτιά. Η λέξη είναι ομηρική: «αιεί δε πυραί νεκύων καίοντο θαμειαί = αδιάκοπα καίονταν νεκρών πυκνές φωτιές», Ιλιάς Α, 52
  • Πυρουμάδα= πυρωμένη στα κάρβουνα ή στο τζάκι φέτα ψωμιού. Από τις ομηρικές λέξεις «πυρ» και «ωμός»= άψητος (Χ, 347 και μ, 396)
  • Πυρουστία = πυρουστιά, τρίποδο ή τετράποδο σιδερένιο οικιακό σκεύος που μπαίνει στη φωτιά. Από τις ομηρικές λέξεις «πυρ- ός» και «ιστίη»=εστία
  • Πυτιάο = πυτιά (από την ελληνική λέξη «πυτία»)

Ρ

  • Ράκο= ράκος. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια ζ, 178
  • Ράφτο ή ράπτουρο = ράφτης. Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «rapitirya»!
  • Ρέο = ποτάμι (το ρέον!). Ομηρική λέξη «ρόος» και «ρέω». Ιλιάς Φ, 303 και Μ, 33
  • Ρέχα ή ράχια = ράχη. Ομηρική λέξη «ράχις». Ιλιάς Ι, 208
  • Ρίγο= ρίγος. Ομηρική λέξη «ρίγιον». Οδύσσεια ρ, 191 και Ιλιάς Σ, 472
  • Ρίπα = κατωφέρεια (βλέπε «αρίπα»). Ομηρική η λέξη : «ρέπε δ΄αίσιμον ήμαρ Αχαιών =έκλινε (έγειρε) η μοιραία ημέρα των Αχαιών», Ιλιάς Θ, 72
  • Ρούγα = ρούγα, δρόμος πόλης. Ομηρική λέξη «ρωξ – ρωγός», στενωπός. Οδύσσεια χ, 143
  • Ρούσα= ξανθή. Από τη λέξη «ρούσιος» =κοκκινωπός, ξανθοκόκκινος.

Σ

  • Σάπια = σάπια. Ομηρική λέξη «σαπίη». Ιλιάς Β, 135
  • Σβώλου ή σβώλιου =βώος, κομμάτι χώματος από αλέτρι. Η λέξη είναι ομηρική: «είκοι δ’ υπό βώλος αρότρω =και η βωλιασμένη γη να σπάει μπροστά στο αλέτρι», Οδύσσεια σ, 374
  • Σέλινο = σέλινο. Ομηρική λέξη. Ιλιάς Β, 776 και Οδύσσεια ε, 72
  • Σεντζιούτο = έδρα, κάθισμα. Η λέξη είναι ομηρική: Παράγεται από το ρήμα «έζω» (σεδjω) = κάθομαι : «ες δίφρον δε μ’ έσας άγεν οίκαδε = αφού με κάθισε στην άμαξα με πήγε σπίτι», Οδύσσεια ξ, 280
  • Σίδερο= σίδηρος. Ομηρική λέξη. Ιλιάς Η, 471
  • Σκάρο= σκάρος. Από την ομηρική λέξη «σηκάζω», μανδρώνω. Ιλιάς Θ, 131
  • Σκαρκαλέτσο = ακρίδα (από το «καρκαίρω» = τρίζω, ψοφώ)
  • Σκέπα = περιτόνιο. Κατά τον Ησύχιο παράγεται από την ελληνική λέξη «σκέπη»
  • Σκεπάρνια= σκεπάρνι. Ομηρική λέξη «σκέπαρνον». Οδύσσεια ε, 327
  • Σκεπία= σκεπή. Ομηρική λέξη «σκέπα» ή «σκεπία» (προφύλαξη από τον άνεμο). Οδύσσεια ε, 433
  • Σκοπιία= σκοπιά. Ομηρική λέξη «σκοπίη». Ιλιάς Δ, 275 και Χ, 145
  • Σκοπό ή σκόπο = σκοπός, σημάδι. Ομηρική λέξη «σκοπός». Ιλιάς Β, 792.
  • Σκοπόο= σχέδιο, πρόθεση. Ομηρική λέξη «σκοπόος». Οδύσσεια λ, 344
  • Σκοτίδα ή σκοτάδια= σκοτάδι. Ομηρική λέξη «σωτάδιον» (σκότος). Οδύσσεια τα, 389
  • Σμεάρα = είδος χόρτου που φυτρώνει στο χιόνι και παρασκευάζεται νοστιμότατη πίτα στο Μέτσοβο. Πρόκειται για την ελληνική «μύρρα» ή «μυρώνι».
  • Σόλιο = σόλος, κύκλος, σφαίρα, στρογγυλό. Η λέξη είναι ομηρική! : «Αυτάρ Πηλεϊδης θήκε σόλον αυτοχόωνον = κατόπιν του Πηλέα ο γιος βάζει μια αδούλευτη σιδερένια σφαίρα», Ιλιάς Ψ, 826
  • Σότσο ή σότσιτο= σύντροφος, φίλος, βοηθός. Ο Νικολαίδης υποστηρίζει ότι παράγεται από το λατινικό «socious», αλλά η λέξη είναι … ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «α-σσητήρ (σα=α,σοκjητήρ = βοηθός = υπερασπιστής»: «τοίόν τοι αοσσητήρα Κρονίων = τέτοιο βοηθό σού έστειλε ο γιος του Κρόνου», Ιλιάς Ο, 254, «ω μη άλλοι αοοσσητήρες έωσι = με έστειλε να έρθω μαζί σου βοηθός», Οδύσσεια, δ, 165
  • Σούφλω = φυσώ. Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει ότι παράγεται από το λατινικό «suflo», ενώ η λέξη είναι ομηρική! Παράγεται από την ομηρική λέξη «άελλα» = «σαFελλα» = «σαφέλλα» = ανεμοστρόβιλος, που ταυτίζεται στην ελληνική παράδοση με ψυχή: «επεί άρ τμάγεν, ύψι δ’ άελλα = και ψηλά ο ανεμοστρόβιλος κάτω από τα σύννεφα», Ιλιάς, Π,374
  • Σπόγγο= σπόγγος. Ομηρική λέξη. Ιλιάς Σ, 414
  • Σπόρο= σπόρος. Ομηρική λέξη. Ιλιάς Σ, 490
  • Στάλο= τόπος με σκιά για το κοπάδι. Παράγεται πιθανόν από τη λέξη «στάλιξ-ικος» =πάσσαλος στο οποίο προσδένονται δίκτυα.
  • Στέρπο = στέρφος, άγονος (από την ομηρική λέξη «στείρη» από την οποία παράγεται η λέξη «στέριφος»)
  • Στιφάνια= στεφάνια, ξύλινα στεφάνια από τα οποία κρέμονταν στο λαιμό τα κύπρια του προβάτου ή του γιδιού. Παράγεται από την ομηρική λέξη «στεφάνη».
  • Στουμάχο ή στομάχια = στομάχι. Ομηρική λέξη «στομάχοιο». Ιλιάς Γ, 292
  • Στούπο = κυψέλη. Από τη ελληνική λέξη «στύππη» ή «στυππίον», κατά τον Ησύχιο
  • Στουπουτόρο = στούπωμα (βλέπε «στούπου»)
  • Στουρνάρια = στουρνάρι. Παράγεται από το ρήμα «στόρνυμι» ή «στορέννυμι» (μεσαιωνική λέξη «στόρνυμαι» =εξομαλύνω). Από το ρήμα αυτό παράγεται και το «στορύνη» (=χειρουργικό εργαλείο με οξεία αιχμή) και η λέξη «στορεύς –έως» (= παραγωγή πυρός με την τριβή).
  • Στούμπο= στούμπος ή εργαλείο με το οποίο συνθλίβονται άλλα αντικείμενα, κοντός. Από τη λέξη «δούπος», που έγινε «γδούπος», στη συνέχεια «σδούπος» και, τελικά, «στούμπος».
  • Στουχινάτο = φτωχός. Από τη λατινική λέξη «ex» + «τυχαίνω» = απόβλητος από την τύχη
  • Στρέψιω= στρέφω. Ομηρική λέξη «στρέψω». Ιλιάς Ψ, 323 (αόριστος= «στρέψασκον»!
  • Στριάχα = η άκρη της στέγης από την οποία τρέχει το νερό. Από το ρήμα «στέγω» ή «τρέχω»
  • Στρρουφκισέσκω = πάσχω από κωλικό (από την ελληνική λέξη «στρόμφος»)
  • Στρόφο = κωλικόπονος.Ο Αριστοφάνης («Θεσμοφοριάζουσες», 484, αναφέρει: «στρόμφος μ’ έχει την γαστέρα»
  • Σφενδόνια= σφενδόνα. Ομηρική λέξη «σφενδόνα». Ιλιάς Ν, 716

Τ

  • Τάλαρο = ταλάρι, κάδος. Από την ομηρική λέξη «τάλαρος»: «πλεκτοίς εν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν =σε πλεκτά καλάθια καρπούς γλυκούς», Ιλιάς, 568, «πλεκτοίς εν ταλάροισι αμησάμενοι κατέθηκεν = σε πλεκτά τυροβόλια έβαλε», Οδύσσεια ι, 247
  • Τάτα ή τάτι = πατέρας. Εκπληκτική είναι η διαπίστωση ότι η λέξη είναι ομηρική! «Φοίνιξ, άττα γεραιέ παλαιγενές = Φοίνιξ, σεβαστέ μου πατέρα», Ιλιάς Ρ, 561. Σημειώνεται ότι η λέξη «άττα» στα ελληνοβλαχικά σημαίνει «θεία»
  • Τζάρο =τυρόγαλο (από το ελληνικό «διαρρείν, διάρροια, διαρροή»)
  • Τζιόϊ = Πέμπτη (ημέρα του Διός, από το «Ζευς - Διός»)
  • Τράστηρο =σακίδιο.Κατά τον Ησύχιο, η λέξη έχει ελληνική ρίζα. Διασώζει τη λέξη «δράστης = κοφίνι, από το ρήμα «δράσσω» = περιλαμβάνω
  • Τραχανά ή τριχανέο = τραχανάς. Από τη λέξη «τράχανον» =λίχνευμα από σιτάρι και γάλα.
  • Τσακατατέσκω = χτυπώ, κρούω, συγκρούω. Από τη βυζαντινή λέξη (Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος) τσουκανίζω. Από το ρήμα αυτό προφανώς παράγεται και η λέξη «τσόκου» = σφυρί
  • Τσάτσα ή τσέτσα = μαστός. Πιθανώς παράγεται από την ελληνική λέξη «τίτθη»
  • Τσιάφο= πάχνη που συνοδεύεται από πολύ κρύο, παγωμένο στρώμα. Προφανώς, παράγεται από την ομηρική λέξη «στίβη» =πάχνη» (ε, 467 και ρ, 25.), με τη μετατροπή του «στ» σε «τσ», όπως συνήθως γίνεται.
  • Τσόκο = σφυρί (από την αρχαία ελληνική λέξη «τυκάνιον» και το βυζαντινό ρήμα «τσουκανίζω»)
  • Τσότρα = ξύλινο αγγείο ως φιάλη (από την αρχαία ελληνική λέξη «κότυλος» ή «κοτύλη»
  • Τύλο = πώμα βαρελιών (από τη λέξη «τύλος»)

Φ

  • Φάβα = φάβα. Ο Ησύχιος σημειώνει «έτνος, ο νυν φάβα και ιδιώται και αγροίκοι ονομάζουσι»
  • Φάνα = εμφάνιση, παρουσία (από το το ρήμα «φαίνομαι»)
  • Φιλόνια = φιλόνι, περίβλημα του ιερέα όταν λειτουργεί. (από την αρχαία ελληνική λέξη «φαινόλης» = μανδύας)
  • Φλίτουρα = πεταλούδα, ψυχή. Ο Νικολάϊδης αναφέρει ότι παράγεται από το λατινικό flutulus, αλλά η λέξη είναι ομηρική. Βλέπε «σουφιλίνε» ή «σουφλίνε» ή «σούφλουτου» = ψυχή ή «σαFελλα» = ανεμοστρόβιλος. Ιλιάς Λ, 297 και Π, 374. Επίσης, βλέπε και Ιλιάδα, Ν 84, όπου για την «ψυχή» υπάρχει και η λέξη «ήττορ» = καρδιά, η οποία παράγεται από τη ρίζα «αFεττορ»
  • Φοάλια ή φόλιο ή φώλιο = κοιλιά, ασκί, τουλούμι. Ο Νικολαϊδης ισχυρίζεται ότι παράγεται από το λατινικό «follis», ενώ η λέξη έχει τις ρίζες της στην ομηρική γλώσσα. Παράγεται από το «αιόλλω» = (αιόλλη = αιFολ) = κοιλιά: «ένθα και ένθα αιόλλη» = γαστέρα κινεί από εδώ και από εκεί», Οδύσσεια υ, 27. Υπάρχει και η ομηρική λέξη «αποφώλιος», που σημαίνει «κενός». Οδύσσεια ξ, 212
  • Φούγκω = φεύγω. Ο Νικολάϊδης σημειώνει ότι παράγεται από το λατινικό fugio, αλλά η λέξη είναι ομηρική. Παράγεται από τη λέξη «φύζα» (φυγjα) = φυγή: «θεσπεσίη έχε φύζα= σύντροφο είχε της φρικτής φυγής», Ιλιάς Ι, 2.
  • Φούγκα ή φουτζία = φυγή (βλέπε σχόλιο πιο πάνω)
  • Φουγκάτο =φευγάτος (βλέπε σχόλιο πιο πάνω)
  • Φουλίκο = μικρό ασκί (βλέπε «φόλιου»)
  • Φράτι ή φράτρι = συγγενικός δεσμός (αδελφός).Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι παράγεται από το λατινικό «frater», αλλά η λέξη είναι καθαρότατα ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «φράτρα» = αδελφός: «ως φρήτρη φρήτρηφιν αρήγη =να βοηθάει ο σπιτικός τον σπιτικό=, Ιλιάς Β, 362 και 363
  • Φρίκα = φρίκη. Η λέξη έχει ομηρική ρίζα: «οίη δε Ζεφύροιο εχεύσατο πόντο έπι φριξ = ο Ζέφυρος όταν σηκώνεται και σκουραίνει (απλώνεται φρίκη) στο πέλαγος», Ιλιάς Η,63
  • Φρικόσο = φρικώδης (βλέπε σχόλιο πιο πάνω)
  • Φυρισέσκω = λιγοστεύω (από την ελληνική λέξη «Φυρίζω»)
  • Φωτίκια= τα δώρα του νονού κατά το βάπτισμα. Παράγεται από το ρήμα «φωτίζω» =δίνω φως.

Χ

  • Χάψα = χάψα, χαψιά. Από το ρήμα «χάπτω» = ανοίγω το στόμα μου
  • Χηκάτο (χηπάτο)= συκώτι (από τη λέξη «(h)ήπαρ»
  • Χίλια ή χία = θυγατέρα
  • Χίλιο ή χίο = γιος. Ο Νικολαϊδης επισημαίνει ότι και οι δύο αυτές λέξεις παράγονται από το λατινικό «filia» και “filius” αντίστοιχα. Ωστόσο, η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «ijo (ijw), huios!
  • Χίμα = χύμα (από την ελληνική λέξη «χύνομαι»)
Ω
  • Ω = ω (επιφώνημα θαυμασμού)
  • Ωχ = ωχ (επιφώνημα σχετλιαστικό)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου